Η πειθαρχία είναι μια από τις πρωταρχικές διαπαιδαγωγικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι γονείς στην ανατροφή των παιδιών τους και από τα συχνά ερωτήματα στους παιδοψυχολόγους.

Το παιδί έχει ανάγκη την πειθαρχία, ώστε να γνωρίζει και να εναρμονίζεται με κάποιους κανόνες συμπεριφοράς και να αποκτά σταδιακά συναίσθηση ευθύνης για τις πράξεις του και τα αποτελέσματα αυτών. Αυτό θα τον βοηθήσει αργότερα, ως ενήλικας πλέον, να έχει γίνει ένα άτομο συγκροτημένο που μπορεί και ξέρει να οριοθετεί τη συμπεριφορά του, και που σέβεται τους κοινωνικούς και ηθικούς κανόνες, οι οποίοι διέπουν την καθημερινή μας ζωή.

Τα παιδιά αντιλαμβάνονται από νωρίς στη ζωή τους ότι υπάρχουν κανόνες αποδεκτής συμπεριφοράς, όμως δεν τους αποδέχονται χωρίς αμφισβήτηση. Ακόμα, ενώ τη στιγμή που τους επισημαίνεται μια παραβίαση, μπορεί να δείχνουν ότι κατανοούν ή ότι σέβονται προς στιγμή το περιορισμό, αργότερα ξαναδοκιμάζουν να παραβιάσουν το όριο ή τη συμφωνία. Αυτό, σε ένα βαθμό, είναι μέσα στα πλαίσια της ανακάλυψης των πραγματικών ορίων, και είναι φυσιολογικό.

Στη πορεία κατάκτησης της πειθαρχίας, οι γονείς είναι απαραίτητο να ακολουθούν μια συστηματική προσέγγιση, ώσπου να φτάσει το παιδί να εσωτερικεύσει τους κανόνες χωρίς να είναι απαραίτητη πλέον η συνέπεια για την ανεπιθύμητη συμπεριφορά.

Η υπερβολική ελαστικότητα κάποιων γονέων μπορεί να δημιουργήσει παιδιά, και αργότερα ενήλικες, που δεν έχουν αίσθηση των ορίων της συμπεριφοράς σε προσωπικό, κοινωνικό, και επαγγελματικό επίπεδο, που δυσκολεύονται στην ανάληψη ευθύνης, και που δυσλειτουργούν σε διάφορα επίπεδα. Αρνητικά αποτελέσματα μπορεί να δημιουργήσει αντίστοιχα και η υπερβολική αυστηρότητα.

Οι παγίδες στη διαπαιδαγώγηση του παιδιού και ειδικότερα στο θέμα της πειθαρχίας είναι πολλές, γι’ αυτό είναι χρήσιμο να έχουν οι γονείς υπόψη τους κάποιους «κανόνες», παραμέτρους που τους καθοδηγούν, και που υποβοηθούν την αποτελεσματικότητα της πειθαρχίας.

Ο απώτερος στόχος της πειθαρχίας είναι η κατανόηση της ανάγκης των ορίων, η σταδιακή εσωτερίκευση τους και ο αυτο-έλεγχος.

Όταν λοιπόν οι απαγορεύσεις δε συνοδεύονται από εξηγήσεις, υποτιμούν το παιδί και γίνονται αυθαίρετοι κανόνες. Ο σκοπός των λογικών συνεπειών δεν είναι να υποταχτεί το παιδί, ούτε να φανεί η «υπεροχή ή εξουσία» του γονέα, αλλά να μάθει να παίρνει υπεύθυνες, λογικές και συνετές αποφάσεις. Η πρόθεση είναι να κατανοεί το παιδί το λάθος της συμπεριφοράς του και να καλλιεργηθεί ο αυτοέλεγχος, ώστε σταδιακά να μειωθούν αυτές οι συμπεριφορές. Συχνά οι γονείς υπερτονίζουν τη συνέπεια, σαν λόγο αποφυγής μιας συμπεριφοράς, όμως το να πειθαρχήσει το παιδί από το φόβο της τιμωρίας εκείνη τη στιγμή, χωρίς να έχει καταλάβει γιατί πρέπει να πειθαρχήσει, δεν έχει μακροπρόθεσμο νόημα.

Οι γονείς είναι σημαντικό να δείχνουν μια κοινή διαπαιδαγωγική στάση απέναντι στο παιδί.

Μπορεί να υπάρχουν διαφορετικές απόψεις μεταξύ των γονέων, και αυτό είναι θεμιτό, αλλά αυτές πρέπει να συζητούνται ιδιαιτέρως, μεταξύ των γονέων, και όχι μπροστά στο παιδί, και να προκύπτει μια ενιαία γραμμή και αντιμετώπιση προς το παιδί. Αν ο κάθε γονιός προάγει διαφορετικές συμπεριφορές, τότε το παιδί μπερδεύεται και του δίνεται το περιθώριο να πιστέψει ότι ο άλλος γονιός μπορεί να αναιρέσει τη συνέπεια που επιβάλλεται.

Σε περιπτώσεις που συμμετέχουν καθημερινά και κάποιοι άλλοι στην ανατροφή του παιδιού, όπως η γιαγιά και ο παππούς, είναι σημαντικό να ενθαρρύνονται να εφαρμόζουν κι εκείνοι την προσέγγιση των γονέων, αλλά ο γονιός πρέπει να παραμένει πάντα ο βασικός φορέας διαπαιδαγώγησης.

Το κριτήριο επιβολής της συνέπειας για μια ανεπιθύμητη συμπεριφορά πρέπει να είναι συγκεκριμένο και οριοθετημένο.

Κάποιες φορές μπορεί ένα παιδί να συμπεριφερθεί ανάρμοστα, αλλά επειδή ο γονιός μπορεί να είναι σε μια καλύτερη διάθεση τη συγκεκριμένη μέρα ή στιγμή, το παραβλέπει, ενώ κάποια άλλη στιγμή η ίδια συμπεριφορά τιμωρείται. Δεν είναι αποτελεσματική η διαδικασία όταν η εφαρμογή της συνέπειας εξαρτάται από τη διάθεση της στιγμής. Αυτό θέτει κριτήρια αυθαίρετα και δυσπροσδιόριστα.

Το παιδί π.χ. δεν πρέπει να τιμωρείται επειδή έχασε την υπομονή του ο γονιός, γιατί αυτό είναι ένα αυθαίρετο κριτήριο, και περνά το μπερδεμένο μήνυμα ότι η πειθαρχία εξαρτάται από τη διάθεση του γονιού και όχι αποκλειστικά από την πράξη του παιδιού. Αν το κριτήριο είναι τόσο ελαστικό, άλλοτε πιο επιτρεπτικό και άλλοτε πιο αυστηρό για την ίδια συμπεριφορά, τότε το παιδί θα το δοκιμάζει συνέχεια και θα αισθάνεται συχνά αδικημένο.

Η εφαρμογή της συνέπειας που τίθεται για την ανεπιθύμητη συμπεριφορά πρέπει να είναι προβλέψιμη και όχι ξαφνική και απροειδοποίητη.

Είναι απαραίτητο να έχουν προηγηθεί εξηγήσεις για την αναγκαιότητα της επιθυμητής συμπεριφοράς και να έχουν καθοριστεί συνέπειες, οπότε, όταν γίνει η παραβίαση, το παιδί θα γνωρίζει ήδη τις συνέπειες αυτές και μαθαίνει να είναι υπεύθυνο για την επιλογή του.

Όταν εξαγγέλλεται μια συνέπεια, να υπάρχει σταθερότητα στην εφαρμογή της.

Από αυτό επίσης προκύπτει ότι πρέπει οι γονείς να προσέχουν να μην «απειλούν» το παιδί με κυρώσεις που δεν είναι διατεθειμένοι ή που δεν πρέπει να εφαρμόσουν. Αυτό βεβαίως αφορά και παράλογες ή σκληρές πράξεις (π.χ. «θα φύγω και θα σ’ αφήσω») αλλά και άλλες συνέπειες που είναι λογικές, αλλά παρότι τις διακηρύττουν, δεν τις επιβάλλουν. Το αποτέλεσμα των μη εφαρμοσμένων “απειλών” είναι ότι δημιουργούν σύγχυση ως προς τα πραγματικά όρια της συμπεριφοράς.

Η στέρηση της αγάπης και της φροντίδας δε χρησιμοποιείται σαν συνέπεια.

Το παιδί δεν πρέπει ποτέ να αφεθεί να πιστέψει ότι μπορεί να έχασε ή θα χάσει την αγάπη και την αποδοχή των γονιών με την ανεπιθύμητη συμπεριφορά του, γιατί με αυτό το τρόπο δημιουργείται αίσθηση ανασφάλειας και απόρριψης. Το παιδί είναι πολύτιμο, το αποδεχόμαστε και το ενθαρρύνουμε προς μια θετική κατεύθυνση.

Να στέλνεται το μήνυμα ότι οι συνέπειες δεν είναι «προνόμιο» μόνο των παιδιών.

Οι γονείς μπορούν να αναφέρουν παραδείγματα για το πως εφαρμόζονται αντίστοιχα οι συνέπειες των πράξεων και στην ενήλικη ζωή, χρησιμοποιώντας και προσωπικά παραδείγματα.

Η ισορροπία επιβραβεύσεων και επικρίσεων θέλει προσοχή.

Τα παιδιά που ακούνε διαρκώς επικρίσεις, εσωτερικεύουν όλες αυτές τις ταμπέλες, αποκτούν χαμηλή αυτοεικοόνα και συνήθως συνεχίζουν να δρουν σε συνάρτηση με αυτή την εικόνα, ή οποία τα καθηλώνει στην ανεπιθύμητη συμπεριφορά. Είναι σημαντικό να εστιάζεται η προσοχή και να επαινούνται οι θετικές συμπεριφορές ή οι όποιες μικρές βελτιώσεις, ώστε αυτές να ενισχύονται. Οι γονείς συνηθίζουν να εφαρμόζουν συστηματικά αυτή την τακτική όταν τα παιδιά είναι σε μικρή ηλικία. Όμως, καθώς μεγαλώνουν τα παιδιά, αυτή φαίνεται να εξαλείφεται, παρότι η ανάγκη αναγνώρισης των θετικών συμπεριφορών παραμένει ίδια στο παιδί.

Οι συνέπειες πρέπει να είναι λογικές και ανάλογες με την ηλικία του παιδιού.

Τα πολύ μικρά παιδιά μπορεί να εμφανίζουν ανεπιθύμητες συμπεριφορές, οι οποίες γίνονται από πειραματισμό, ανωριμότητα ή αφηρημάδα και είναι σημαντικό να κατανοούμε την έλλειψη πρόθεσης στο τρόπο που τα αντιμετωπίζουμε. Επίσης, ειδικότερα στις μικρές ηλικίες, η συνέπεια είναι περισσότερο αποτελεσματική, όταν χρονικά συνδέεται άμεσα με την ανεπιθύμητη συμπεριφορά.

Οι συνέπειες πρέπει να προσαρμόζονται.

Οπωσδήποτε πρέπει να διαφέρουν με την ηλικία του παιδιού. Ακόμα, όταν επιβάλλεται μια ίδια συνέπεια για μακρύ χρονικό διάστημα, αυτή μπορεί να χάνει την αξία της και την αποτελεσματικότητα της. Ακόμα, η συνέπεια που επιβάλλεται πρέπει να μετρά για το παιδί (π.χ. το να μείνει στο δωμάτιο του μπορεί να μην του στοιχίσει, γιατί ενδεχομένως εκεί να καθίσει να παίξει με τα παιχνίδια του).

Να υπάρχει διερεύνηση του στόχου της ανεπιθύμητης συμπεριφοράς του παιδιού, ειδικά αν αυτή δεν δείχνει να αλλάζει.

Κάποιες φορές, η ανεπιθύμητη συμπεριφορά μπορεί να είναι μια διαμαρτυρία και αντίδραση για κάτι που συμβαίνει στην οικογένεια ή και μια ένδειξη ανεκπλήρωτων αναγκών. Σε αυτή τη περίπτωση, θα πρέπει να προβληματιστούμε πάνω στιςενδοοικογενειακές σχέσεις ή σε καταστάσεις που περιβάλλουν το παιδί και που μπορεί να επηρεάζουν το συναισθηματικό του κόσμο. Ακόμα, η συμπεριφορά μπορεί να είναι αναζήτηση προσοχής, και με τον τρόπο που αντιδρούν οι γονείς, να ενισχύουν, άθελά τους, την συμπεριφορά του παιδιού.

Επίσης, είναι πιθανόν να αποζητά την προσοχή μέσω ανεπιθύμητων συμπεριφορών, αν το παιδί δεν την παίρνει μέσω επιθυμητών συμπεριφορών. Αυτό συμβαίνει, γιατί κάποιες φορές ένα παιδί ανυπότακτο τραβάει πολύ περισσότερη ατομική προσοχή και χρόνο των γονέων από ένα ήσυχο παιδί. Μια θετική συμπεριφορά μπορεί να περνά απαρατήρητη, γιατί θεωρείται δεδομένη, όμως μια αρνητική δεν περνά καθόλου απαρατήρητη. Έτσι περνιέται το μήνυμα ότι αναγνωρίζονται μόνο οι αρνητικές.

Όταν το παιδί αρχίσει να αναζητά με αυτόν τον τρόπο τη προσοχή, οι γονείς πρέπει να αναλογιστούν μήπως παραμελούν κάποιες ανάγκες του για επαφή μαζί τους. Μια ακόμα περίπτωση που μπορεί να διερευνηθεί είναι το αν συμβαίνει κάτι σε άλλες σχέσεις και περιβάλλοντα που κινείται το παιδί.

Δεν είναι αποτελεσματικό να δωροδοκούνται τα παιδιά.

Είναι σωστό να επιβραβεύονται μερικές φορές με κάποιο δώρο, όταν δείχνουν επιθυμητές συμπεριφορές ή βελτιώσεις. Αυτό όμως είναι θεμιτό να συμβαίνει σε χρόνο μεταγενέστερο από την συμπεριφορά, ως αναγνώρισή της, αλλά δε μπορεί αυτό το δώρο να αποτελεί την προϋπόθεση ή το μόνο κίνητρο για την πειθαρχεία.

Η σωματική τιμωρία πρέπει να αποφεύγεται.

Συνήθως, όταν εφαρμόζεται, έχει ένα βραχυπρόθεσμο όφελος, με μακροπρόθεσμο όμως κόστος. Με τον τρόπο αυτό το παιδί προσβάλλεται και ταπεινώνεται, και αποτελεί έλλειψη σεβασμού για την προσωπικότητά του. Επιπλέον, προάγεται και νομιμοποιείται η επιθετικότητα και η βία, στα μάτια του παιδιού, ως ένας αποδεκτός τρόπος αντιμετώπισης και επίλυσης προβλημάτων και του προσφέρεται το παράδειγμα να την ασκεί και ο ίδιος σε άλλους. Επίσης, συχνά δεν αποτελεί καν μέθοδο διαπαιδαγώγησης αλλά μέθοδο ξεσπάσματος των γονέων. Δεν είναι τυχαίο ότι τα παιδιά στα οποία χειροδικούν συχνά οι μεγάλοι, παραμένουν ανυπότακτα και επιπλέον αναπτύσσουν μέσα τους ένα θυμό, καθώς και την εικόνα της προσβολής και της απόρριψης.

Το πιθανό λάθος του γονιού πρέπει να αναγνωρίζεται.

Στην διαπαιδαγώγηση γενικότερα αλλά και την πειθαρχία ειδικότερα γίνονται λάθη από τους γονείς και αυτό είναι ανθρώπινο. Όταν όμως, αξιολογώντας τη συμπεριφορά του, ο γονιός αντιληφθεί αυτό το λάθος και συνειδητοποιήσει ότι ήταν πολύ αυστηρός ή άδικος, είναι σημαντικό να αποδέχεται το λάθος και να ζητά συγγνώμη από το παιδί. Έτσι το δικαιώνουν, του δείχνουν σεβασμό και του δίνουν το παράδειγμα να ζητά και το ίδιο συγγνώμη και να παραδέχεται τα λάθη του.

Οι «ταμπέλες» στο παιδί πρέπει να αποφεύγονται (π.χ. «είσαι άχρηστος, ποτέ δε θα καταλάβεις» κτλ.)

Είναι σημαντικό να κρίνεται η πράξη του παιδιού και όχι το ίδιο το παιδί, για να περαστεί το μήνυμα ότι ένα παιδί δεν ταυτίζεται με τις πράξεις του (μια αποτυχία δεν το κάνει αποτυχημένο).

Οι δίαυλοι επικοινωνίας.

Όταν υπάρχει εκνευρισμός, συχνά κλείνουν οι δίαυλοι της επικοινωνίας με το παιδί. Αφού έχει παρέλθει η ένταση της στιγμής κι έχουν ηρεμήσει και οι δυο πλευρές, οι γονείς μπορούν να επανέλθουν στο θέμα, να συζητήσουν με το παιδί και μεταξύ τους, να επαναξιολογήσουν το τι έγινε και τι θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά.

 

Αρθρογράφος

Σχολική Ψυχολόγος