Το πένθος είναι μια διαδικασία, μία κατάσταση όπου πλήθος συναισθημάτων (θλίψη, ψυχική οδύνη, θυμός, ενοχές) και σωματικών αντιδράσεων λαμβάνουν μέρος ως απόρροια του θανάτου ενός αγαπημένου προσώπου.

Ο θάνατος είναι μια πληγή και το πένθος είναι ο μοναδικός δρόμος για την επούλωση της. Σε έναν χωρισμό που χαρακτηρίζεται από την αμεταβλητότητα του και την οριστικότητα του, το πένθος εκφράζει την άρνηση του ανθρώπου στο θάνατο και ταυτόχρονα την προσπάθεια του να προσαρμοστεί.

Στην αρχαιότητα, μπροστά στο θάνατο ο άνθρωπος κατέφευγε σε τελετουργίες θρησκευτικού χαρακτήρα ή μαγικού ως διαδικασίες του πένθους. Οι μύθοι και οι δοξασίες γύρω από το θάνατο στην αρχαία Ελλάδα, είχαν ως επίκεντρο τις διαφορετικές πεποιθήσεις σχετικά με το πεπρωμένο της ψυχής. Η ψυχή ήταν η δύναμη της ζωής που ενώνεται με το σώμα, έτσι ώστε να δημιουργηθεί ο άνθρωπος.

Σύμφωνα με τον Όμηρο, ο Θάνατος ήταν αδερφός του Ύπνου ήταν μέρος της ζωής, και όταν συνέβαινε ήταν δώρο από τους Θεούς αρκεί να μην ήταν ατιμωτικός.

Ο Αριστοτέλης, ο Σοφοκλής, ο Πλούταρχος, ακολούθησαν τη φιλοσοφία του Ομήρου για το θάνατο (Rhode, 1998). Σύμφωνα με αυτούς, ο θρήνος του ανθρώπου που προετοιμάζεται να φύγει από την ζωή και της οικογένειας, επηρεαζόταν από τη μόρφωσή τους, την πίστη τους στους Θεούς, από το πολιτιστικό τους επίπεδο, τον τρόπο με τον οποίο ζούσαν και τέλος από την προσωπικότητά τους. Ο θρήνος δεν εξέφραζε το γεγονός του θανάτου αυτό καθ’ αυτό, ούτε την ζωή του θανόντα αλλά τη νέα κατάσταση που δημιουργείται από την απώλειά του. Ο Σωκράτης στην απολογία του δηλώνει ότι ο θάνατος δεν προκαλεί καμία αίσθηση σε αυτόν που πεθαίνει παρομοιάζοντάς τον ως ύπνο χωρίς όνειρα ή ότι μεταμορφώνει την ψυχή και την πηγαίνει σε έναν άλλο καλύτερο κόσμο.

Η Εκκλησία βλέπει την ταφή του ανθρωπίνου σώματος ως ένα «μυστήριο σποράς», αφού σπέρνεται σώμα ασθενικό και εγείρεται πνευματικό, καθώς επίσης βλέπει τον τάφο ως «μνήμα αθανασίας».

Η οικογένεια κατά τη φάση της τελικής πορείας του αγαπημένου τους προσώπου χρειάζεται στήριξη και βοήθεια από τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας.

Ανάλογα με το επίπεδο διαφοροποίησης και ωριμότητας του οικογενειακού συστήματος, υπάρχει και διαφορετικός τρόπος ανοχής και αντιμετώπισης του χωρισμού και του θανάτου. Η διαφορά στη δομή αναφέρεται στην επικοινωνία, στην άσκηση δύναμης, στον συναισθηματικό «τόνο» που επικρατεί, στο πόσο η οικογένεια επιτρέπει αυτονόμηση.

Στην αρχή της διεργασίας του προπαρασκευαστικού θρήνου, την περίοδο δηλαδή κατά την οποία η οικογένεια γνωρίζει ότι ο άνθρωπός τους που νοσεί θα πεθάνει, ο πόνος και η θλίψη των συγγενών μοιάζουν αβάσταχτοι & μερικές φορές συνοδεύονται από σωματικά συμπτώματα όπως, π.χ. πόνο στο στήθος ή στο στομάχι, ζαλάδες κ.λ.π. Προοδευτικά ο έντονος ψυχικός πόνος αρκετές φορές μετατρέπεται σε μελαγχολία & σταδιακή συμφιλίωση με τη σκέψη ότι ο άρρωστος θα πεθάνει.

Στην πραγματικότητα, η διεργασία του θρήνου επιτρέπει στα μέλη της οικογένειας, από τη μια πλευρά, να αφομοιώσουν και να αποδεχθούν την πραγματικότητα και, από την άλλη, να αναπτύξουν μια ουσιαστική σχέση με τον άρρωστο που πεθαίνει, ολοκληρώνοντας ενδεχόμενες «συναισθηματικές εκκρεμότητες» που μπορεί να τους χώριζαν στο παρελθόν.

Οι συγγενείς δεν προσδοκούν ότι ο ασθενής θα σωθεί, αλλά εύχονται να μην υποφέρει τις τελευταίες μέρες της ζωής του. Θέτουν βραχυπρόθεσμους στόχους και μαθαίνουν να ζουν «μέρα με τη μέρα».

Παρότι η διεργασία του θρήνου προετοιμάζει ψυχολογικά τους συγγενείς & φίλους για το θάνατο του ασθενή, μερικές φορές μπορεί να έχει και αρνητικές επιπτώσεις. Αυτό συμβαίνει όταν ο θρήνος εκδηλώνεται πρώιμα ή με μεγάλη ένταση και φόρτιση.

Άλλες φορές πάλι η έλλειψη της διεργασίας θρήνου μπορεί να δημιουργήσει σοβαρές δυσκολίες προσαρμογής, τόσο κατά την περίοδο της πορείας προς το θάνατο, όσο και κατά την περίοδο του πένθους.

Oι συγγενείς συνήθως καταλαμβάνονται από αντιδράσεις πανικού, χάους και πλήρους ψυχικής και σωματικής αποδιοργάνωσης και σημάδια θρήνου:

 

  • Αυξημένο άγχος που οφείλεται στην αίσθηση αδυναμίας και ανημποριάς των ανθρώπων να ανατρέψουν τις συνθήκες που οδηγούν στο θάνατο. Το άγχος αυτό συχνά συνοδεύεται από οργή, ενοχές και κατάθλιψη.
  • Διαρκή ενασχόληση με σκέψεις που αφορούν το θάνατο του αρρώστου, αλλά και προβληματισμούς σχετικά με το δικό τους θάνατο.
  • Έντονα αμφιθυμικά συναισθήματα που εκδηλώνονται, για παράδειγμα, με την επιθυμία να επιβιώσει ο άρρωστος αλλά και την ευχή να πεθάνει για να μην υποφέρει.
  • Άλλοτε πάλι οι συγγενείς έχουν την τάση να προσεγγίζουν & να εμπλέκονται στη φροντίδα του ασθενή, ενώ παράλληλα επιθυμούν να απομακρυνθούν εξαιτίας του πόνου που τους προκαλεί η κατάσταση της υγείας του & ο επικείμενος θάνατος του.
  • Προοδευτική συναισθηματική από-επένδυση από τα όνειρα, τις ελπίδες και τις προσδοκίες που είχαν για το άτομο & τη σχέση τους μαζί του. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι αυτή η φυσιολογική διαδικασία δεν οδηγεί απαραίτητα στην εγκατάλειψη του αρρώστου που πεθαίνει. Ουσιαστικά ο συγγενής απομακρύνει την εικόνα ενός ατόμου που δεν θα γιατρευτεί ποτέ, ενός ατόμου που μελλοντικά δεν θα αποτελεί πλέον μέλος της οικογένειας και δεν θα συμπεριλαμβάνεται στα σχέδια & τα όνειρά της.
  • Έντονο προβληματισμό & προγραμματισμό σχετικά με τις άμεσες ή απώτερες συνθήκες ζωής που θα προκύψουν μετά το θάνατο του αρρώστου. Αυτές οι σκέψεις ενώ προκαλούν ενοχές αυξάνοντας τον ψυχικό πόνο των συγγενών, στην ουσία αποτελούν φυσιολογικές αντιδράσεις της διεργασίας του θρήνου εν’ όψει του θανάτου.
  • Άλλες εκδηλώσεις θρήνου περιλαμβάνουν συζητήσεις μεταξύ συγγενών και φίλων όσον αφορά στο θάνατο του αρρώστου, αναμνήσεις από τη σχέση τους μαζί του, ανταπόκριση στις ανάγκες & τελευταίες επιθυμίες του, λήψη αποφάσεων & προετοιμασίες σχετικά με την κηδεία ή άλλες τελετουργίες που συνδέονται με το θάνατο κ.λ.π.

 

Η δυνατότητα των επαγγελματιών ψυχικής υγείας να αξιολογήσουν τοπεριπλεγμένο πένθος πριν από την απώλεια του αγαπημένου προσώπου μπορεί να προστατεύσει τον πενθούντα από μελλοντική ψυχική και σωματική εξασθένιση.

Η εκδήλωση του θρήνου κατά τη φάση του πένθους μετά την απώλεια του αγαπημένου προσώπου, εάν δεν γίνει πρώιμα, μπορεί να γίνει αμέσως μετά την πληροφόρηση της νόσου ή του θανάτου, ή ακόμα και να καθυστερήσει ή να απουσιάσει φαινομενικά.

 

  • Οι φυσιολογικές αντιδράσεις του θρήνου περιλαμβάνουν αλλαγές στο συναίσθημα αλλά και στην συμπεριφορά.
  • Συναισθήματα: θλίψη, θυμός, ενοχή, φόβος, άγχος, το αίσθημα της μοναξιάς και της αδυναμίας, το σοκ, τη λαχτάρα για επανασύνδεση με το άτομο που πέθανε, ένα μούδιασμα, και μερικές φορές, μια ανακούφιση.
  • Σωματικές εκδηλώσεις-συμπεριφορά: το σφίξιμο στο στήθος ή στο λαιμό, η ξηρότητα του στόματος, οι στομαχικές διαταραχές, η αυξημένη ευαισθησία στους θορύβους, το λαχάνιασμα, η μυϊκή αδυναμία, και γενικότερα η έλλειψη ενεργητικότητας ή και κόπωση, διαταραχή της όρεξης, αφηρημάδα, τάση απόσυρσης, διάχυτη ανησυχία, κλάμα, αποφυγή/αναζήτηση καταστάσεων που θυμίζουν τον αγαπημένο, και όνειρα σχετικά με αυτόν.
  • Νοητικές διεργασίες: η δυσπιστία, η σύγχυση, η συνεχής προσήλωση στις ίδιες σκέψεις, και η αίσθηση ακόμα της παρουσίας του ατόμου που έχει πεθάνει.

 

Αντιμετώπιση Θανάτου

Μετά τον θάνατο κάποιου αγαπημένου προσώπου, αρκετές φορές παρατηρούνται επιπλοκές όπως στις περιπτώσεις όπου το πένθος παρατείνεται, η απώλεια δεν έχει γίνει αποδεχτή, εμφάνιση κατάθλιψης ή σύνδρομο μετατραυματικού στρες που χρειάζεται η παρέμβαση ειδικού ψυχικής υγείας.Μέσα από την θεραπευτική διαδικασία και την ψυχολογική υποστήριξη των ανθρώπων που βιώνουν την απώλεια κατά τη διαδικασία του πένθους οι στόχοι περιλαμβάνουν τα κάτωθι:

 

Ο πρώτος στόχος είναι να γίνει αποδεκτή η πραγματικότητα της απώλειας. Ακόμη και στην περίπτωση ενός αναμενόμενου θανάτου (π.χ. από καρκίνο), όταν μπορεί να είχε παρατηρήσει η οικογένεια την όλη κατάσταση και την έκπτωση της σωματικής κατάστασης, υπάρχει μια σχετική αίσθηση μη ρεαλισμού όταν έρχονται οι ειδήσεις ότι το πρόσωπο έχει πεθάνει. Αυτή η αίσθηση της άρνησης της πραγματικότητας υψώνεται πολλές φορές όταν ο θάνατος είναι ξαφνικός ή βίαιος.

 

Ο δεύτερος στόχος είναι να βιωθεί ο πόνος της απώλειας. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν θέλουν να υποφέρουν και προσπαθούν να συντομεύσουν την οδύνη του θρήνου. Εντούτοις, εάν ο πόνος δεν γίνεται αισθητός κατά την φάση του πένθους, μπορεί να επιστρέψει αργότερα, συνδεμένος με άλλη απώλεια. Μπορεί να φανερωθεί ως κάποιο είδος σωματικού συμπτώματος ή κάποια μορφή παρεκκλίνουσας συμπεριφοράς.

 

Η προσαρμογή σε ένα περιβάλλον όπου ο αποθανών λείπει είναι ο τρίτος στόχος.

Οι προσαρμογές μπορούν να ταξινομηθούν ως εξωτερικές, εσωτερικές, ή πνευματικές.

 

  • Οι εξωτερικές προσαρμογές αναφέρονται στις προφανέστερες αλλαγές όπως η διαβίωση σε ένα κενό σπίτι, η εκμάθηση να οδηγούν, και η πληρωμή των λογαριασμών
  • Οι εσωτερικές προσαρμογές εξετάζουν τις αλλαγές εαυτού
  • Οι πνευματικές προσαρμογές σχετίζονται με την αίσθηση κάποιου για τον κόσμο, τον Θεό, και γενικότερα με τις πνευματικές και θρησκευτικές του πεποιθήσεις

 

Ο τέταρτος στόχος περιλαμβάνει την εύρεση μιας θέσης στη ζωή κάποιου για τον θανόντα. Εάν ένα πρόσωπο προσπαθεί να κρατήσει τη σχέση με αυτόν που πέθανε ακριβώς όπως ήταν πριν από το θάνατο, το πρόσωπο δεν μπορεί να “προχωρήσει” στην ζωή του.

 

Η θεραπεία του πένθους, υποθέτει ότι μπορεί κάποιοι να μην βοηθηθούν. Ένας πελάτης που επιδιώκει την παροχή βοήθειας μπορεί να επιδιώκει αμυντικά να απορρίψει τον θρήνο του και να αποδώσει το πρόβλημά του στο κάτι άλλο, αλλά ακόμα και να μετατοπίσει τον θρήνο του επάνω σε άλλα πρόσωπα.

Επίσης, παρόλο που ο θρήνος επηρεάζει την ζωή των ανθρώπων, δεν είναι όλοι που ζητούν βοήθεια. Μερικοί μπορεί να ζητήσουν αρκετό χρονικό διάστημα μετά τον θάνατο. Η θεραπεία, ποικίλλει ανάλογα με την ψυχοθεραπευτική προσέγγιση, π.χ. στην προσωποκεντρική «που είναι όλη για την αγάπη» λένε οι Mearns και Thorne, ο θεραπευτής μπορεί και να κλάψει μπορεί και να αγγίξει διότι η θεραπεία βασίζεται στην αυθεντικότητα του θεραπευτή στην ενσυναίσθηση και στην άνευ όρων αποδοχή. Οι δυο τους πορεύονται μαζί…. ο πελάτης είναι το αρχικό σημείο αναφοράς.

Ο θεραπευτής δεν χρειάζεται να υποστηρίξει τις διαφορές στην ψυχολογία, π.χ., Freud, Jung, Adler, Egan, Ellis, και Rogers. Παρόλα αυτά, η ενσυναίσθηση, η συνεργασία, η αποδοχή άνευ όρων και η αυθεντικότητα του συμβούλου – θεραπευτή, καθώς και η αρχή ότι «ο καθένας εκφράζει τον θρήνο με τον δικό του τρόπο» είναι μείζονος σημασίας!

Τέλος, χρειάζεται να έχουμε υπ’ όψιν ότι  ο θρήνος αποτελεί φυσιολογική προσαρμογή στην απώλεια. Τα έντονα συναισθήματα του θρήνου χρειάζεται να αντιμετωπίζονται ως φυσιολογικά ως μία προσαρμογή του ανθρώπου που πενθεί στις νέες συνθήκες ζωής χωρίς τον άνθρωπο που έχει φύγει από την ζωή.

Bibliography: 
Ομήρου Οδύσσεια, μτφρ. Καζαντζάκης Ν, Κακριδής ΙΤ, εκδ. ΟΕΔΒ, Αθήνα 1997
Ομήρου Ιλιάδα, μτφρ. Καζαντζάκης Ν, Κακριδής ΙΤ, εκδ. ΟΕΔΒ, Αθήνα 1997
Καλλέγια Α. «Ιστορικά Θέματα», τεύχος 18, άρθρο «Ταφή και ταφικά έθιμα στην αρχαία Ελλάδα και τη Ρώμη», Αρχαιολόγος, Μάιος 2003.
Μαντζαρίδης Γ. Εκκλησιαστική Ταφή και Αποτέφρωση. Συνέδριο Πανελλήνιας Ένωσης Ιατροδικαστών, Φεβρ. 2005
Παπαδοπούλου Κ, Κοτρωνούλας Γ. (2005). Oι διαστάσεις της πνευματικότητας σε ογκολογικούς ασθενείς τελικού σταδίου: Κριτική ανασκόπηση. ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΗ, 44(4), 433-445.
Attig T. How we grieve: relearning the world. New York: Oxford University Press, 1996.
Bacque MF. Πένθος και Υγεία. Άλλοτε και σήμερα. Το σοκ της απώλειας. Οι ψυχολογικές επιπτώσεις. Η αντιμετώπιση. Μτφρ Κουτρουμπά Χ. Γ΄έκδοση. Εκδ. Θυμάρι 2007, Αθήνα.
Becvar, Dorothy S. In the Presence of Grief: Helping Family Members Resolve Death, Dying, and Bereavement Issues. New York: The Guilford Press, 2001.
Becvar, Dorothy S. “Families Experiencing Death, Dying, and Bereavement.” In William. C. Nichols, Mary Anne Pace-Nichols, Dorothy S. Becvar, and Augustus Y. Napier eds., Handbook of Family Development and Intervention. New York: John Wiley & Sons, 2000.
Breitbart W., Chochinov HM., Passik S. (2003). Psychiatric aspects of palliative care. In: Oxford Textbook of Palliative Medicine (2nd ed), Doyle D., Hanks G.W.C., & MacDonald N. (eds). Oxford University Press. Oxford, pp. 933-954.
Gelcer, E. “Mourning Is a Family Affair.” Family Process 22 (1983):501–516.
Firth P. (2009). Spiritual distress. In: Walsh D., Caraceni AT., Fainsinger R., Foley K., Glare P., Goh C., Lloyd-Wiliams M., Nunez Olarte J., Radbruch L. (eds). Palliative Medicine. An Expert Consult Title. Sanders, Elsevier, Philadelphia US, pp. 59-63
Freud, S (1917) Mourning and Melancholia.S.E.14: 243-258.
Kalish, Richard A. Death, Grief and Caring Relationships. Pacific Grove, CA: Brooks/Cole Publishing Company, 1980.
Rando, Therese A. Clinical Dimensions of Anticipatory Mourning. Champaign, IL: Research Press, 2000.
Worden JW. Grief Counselling and Grief Therapy. Springer Pub. Company, London, 1991.
Worden JW. Grief counseling and grief therapy: a handbook for the mental health practitioner, 3rd ed. New York: Springer, 2002.

Αρθρογράφος

Ψυχολόγος – Υποψήφια Διδάκτωρ Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών