Η βία είναι ένα διαχρονικό και πολυπρόσωπο φαινόμενο, βλ. σεξουαλική, σωματική, ψυχολογική, οικονομική και λεκτική βία. Μπορεί να συμβεί στον οποιονδήποτε, αφορά όλα τα κοινωνικά στρώματα και δεν αποτελεί εξαίρεση αλλά μια πολύ διαδεδομένη πραγματικότητα.

Το Συμβούλιο της Ευρώπης έχει δηλώσει ότι η ενδοοικογενειακή βία αποτελεί τη βασική αιτία θανάτου και αναπηρίας για τις γυναίκες 16 έως 44 ετών και ευθύνεται για περισσότερους θανάτους και προβλήματα υγείας από ότι ο καρκίνος, τα τροχαία δυστυχήματα και ο πόλεμος μαζί1.

Συχνά δεν την αναγνωρίζουμε ή δεν την παραδεχόμαστε. Πολλοί δεν συνειδητοποιούν ότι έχουν βιώσει κακοποίηση, ιδιαίτερα αν αυτή δεν είναι σωματική, γιατί έχουν αποδεχτεί τη βίαιη συμπεριφορά ως δεδομένη και αναμενόμενη στις στενές τους σχέσεις.

Επιπλέον, τα άτομα που βιώνουν κακοποίηση δυσκολεύονται να μιλήσουν για αυτό που τους συμβαίνει. Η βία προκαλεί στο άτομο αισθήματα αδυναμίας, ανισότητας και ανασφάλειας.

Είδη βίας

Ακολουθούν κάποια παραδείγματα στα είδη βίας, όπου ο θύτης θεωρείται άνδρας και το θύμα γυναίκα επειδή είναι το συνηθέστερο - αν και δεν είναι πάντα έτσι. Επιπροσθέτως, τα παρακάτω παραδείγματα σχετίζονται περισσότερο με την ενδοοικογενειακή βία, αν και γνωρίζουμε ότι βία μπορεί να υπάρχει και σε άλλες σχέσεις, όπως μεταξύ προϊσταμένων και υφισταμένων.   

Η λεκτική βία είναι η πιο συνηθισμένη μορφή ψυχολογικής βίας με ποικίλες εκδηλώσεις, όπως ο σαρκασμός, η ταπείνωση και η προσβολή.

Η οικονομική βία που αφορά τον οικονομικό έλεγχο είναι ποικιλόμορφη. Για παράδειγμα, ο βίαιος σύντροφος έχει πείσει την σύντροφό του να εγγυηθεί για δάνειό του, υποθηκεύοντας την περιουσία της ή/και θέλει να ελέγχει ή να παρακρατεί τα βιβλιάρια καταθέσεων της.

Η ψυχολογική βία μπορεί σε πολλές περιπτώσεις να είναι ύπουλη και να γεμίζει τον/την σύντροφο με ενοχές. Επί παραδείγματι, ο σύντροφος απειλεί ότι θα αυτοκτονήσει εάν η σύντροφός του τον αφήσει με συνέπεια πολλές φορές να μην αποφασίζει να εγκαταλείψει τη βίαιη σχέση.

Η σωματική βία είναι πιο ξεκάθαρη ως είδος βίας και αφορά τιμωρίες που έχουν ως αποτέλεσμα τον πόνο και τον εξευτελισμό. Εκτείνεται από χαστούκια και σπρωξίματα έως πρόκληση σοβαρής σωματικής βλάβης (π.χ. μέσω χτυπήματος στο κεφάλι) που μπορεί να αποτελέσει κίνδυνο ακόμα και για τη ζωή.

Η σεξουαλική βία είναι η επιβολή σεξουαλικής πράξης ή συμπεριφορών ενάντια στη θέληση του θύματος. Κατά το βίαιο άτομο, η γυναίκα δεν έχει το δικαίωμα να αρνηθεί σεξουαλικές επαφές και είναι υποχρεωμένη να του καλύπτει τις σεξουαλικές του ανάγκες. Μπορεί να χρησιμοποιηθούν διαφορετικοί τρόποι για να επιτευχθεί η σεξουαλική συνεύρεση, όπως βρισιές, απαιτήσεις ή απειλές2.

 

Γιατί συνεχίζεται;

Η βία είναι ένα φαινόμενο που κλιμακώνεται και περνά από στάδια μεταμέλειας για να επανέλθει δριμύτερο. Παρόλο που ο θυμός είναι ένα απόλυτα φυσιολογικό συναίσθημα, ο βίαιος άνθρωπος δεν έχει καταφέρει να αναπτύξει κοινωνικές  δεξιότητες που να επιτρέπουν την ήπια και δημιουργική εξωτερίκευση του θυμού του και την ικανότητα διαπραγμάτευσης και συμβιβασμού που συμβάλλουν στη διαμόρφωση ομαλών και αρμονικών σχέσεων με τους άλλους3. Συνεπώς, και οι θύτες χρειάζονται υποστήριξη. Συχνά οι θύτες υπήρξαν θύματα κακοποίησης και κατ’ επέκταση η πολύπλευρη αντιμετώπιση είναι αποτελεσματικότερη.

Όσοι δεν έχουν βιώσει ενδοοικογενειακή βία δεν κατανοούν το λόγο που τα θύματα υπομένουν τα μαρτύρια αντί να εγκαταλείψουν την οικογενειακή εστία. Η απάντηση κατά κανόνα σχετίζεται με την οικογένεια προέλευσης του θύματος. Λόγου χάριν, τα άτομα που κακοποιούνται σωματικά, συνήθως προέρχονται από οικογένειες που συγκάλυπταν την βία. Όταν κάποιος έχει υπάρξει ως παιδί θύμα ή μάρτυρας βίαιων επεισοδίων στην πατρική οικογένεια, είναι πολύ δύσκολο να συνειδητοποιήσει το πρόβλημα και να ζητήσει βοήθεια. Οι περισσότεροι στην προσπάθεια τους να βελτιώσουν την κατάσταση έχουν ταλαιπωρηθεί πολύ και έχουν επιστρέψει μετά από προσπάθειες φυγής. Κύριο αίτιο αυτής της παλινδρόμησης είναι ο τραυματικός σύνδεσμος της γυναίκας με τον θύτη, δηλαδή ο μηχανισμός άμυνας της ‘ταύτισης με τον επιτιθέμενο’4.

Κάποιοι αντιμετωπίζουν ακόμα και με άρνηση τα βίαια γεγονότα, θεωρώντας ότι δεν πρόκειται για κάτι συνταρακτικό και συχνά έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση, είναι διστακτικοί και εξαρτημένοι και έχουν μάθει να δέχονται αναντίρρητα παραδοσιακές αξίες (π.χ. «ο άνδρας είναι πάνω από όλα»). Γυναίκες που παραμένουν σε μια βίαιη σχέση είναι σύνηθες να αναφέρουν ότι υπάρχουν και καλές στιγμές, ότι τον αγαπούν, ότι φοβούνται ότι θα τις βρει και ότι δεν θα τα καταφέρουν μόνες ή ότι τα παιδιά ίσως προτιμήσουν να μείνουν μαζί του.

Ομοίως, αρκετά άτομα υποστηρίζουν ότι επιλέγουν να παραμείνουν στη βίαιη σχέση για μην στερήσουν από τα παιδιά τον άλλο γονιό. Ενδεχομένως να νομίζουν ότι αφού τα παιδιά δεν βιώνουν άμεσα τη βία δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας. Αντιθέτως, στην πραγματικότητα, η βία ανάμεσα στους γονείς επιφέρει στα παιδιά ανασφάλεια, αγωνία, σύγχυση και πόνο. Τα παιδιά αυτά βιώνουν ανεξέλεγκτα, ασταθή και συγκρουόμενα συναισθήματα και για τους δυο γονείς τους. Πιθανόν να αισθάνονται θυμό και μίσος για τον πατέρα τους αλλά και ενοχές γιατί δεν μπορούν να προστατεύσουν την μητέρα τους. Ενίοτε επιρρίπτουν ευθύνες στη μητέρα διότι δεν αντιμετωπίζει τον βίαιο πατέρα και ανέχεται συμπεριφορές υποβιβασμού και άλλοτε εξιδανικεύουν τον πατέρα τους, κατηγορώντας τη μητέρα για τις διενέξεις.

Μακροχρόνιες έρευνες δείχνουν ότι τα παιδιά που εκτίθενται σε εικόνες βίας έστω και μέσω τηλεόρασης, έχουν μεγάλη πιθανότητα να εκδηλώσουν επιθετική συμπεριφορά στην ενήλικη ζωή γιατί η έκθεση προκαλεί απευαισθητοποίηση (βιώνουν λιγότερο έντονα συναισθήματα απέναντι στη θέα του πόνου) με αποτέλεσμα να μειώνονται οι αναστολές τους5. Επίσης, έχει υποστηριχθεί ότι τα αγόρια μιμούνται περισσότερο τη σωματική επιθετικότητα από ότι τα κορίτσια, δεδομένου ότι συνδέεται περισσότερο με την ανδρική συμπεριφορά6. Ένα σημαντικό ζήτημα είναι ότι τα παιδιά ζώντας μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον διαμορφώνουν την άποψη ότι στις ερωτικές σχέσεις επιτρέπεται η βίαιη συμπεριφορά. 

Σε παρόμοιο συμπέρασμα καταλήγουν και οι ανήλικοι που βιώνουν άμεση βία από τον έναν ή και από τους δύο γονείς. Τα παιδιά αυτά είναι πιθανόν να συναντήσουν δυσκολίες τόσο στο μελλοντικό ρόλο τους ως γονείς όσο και στις υπόλοιπες σχέσεις τους. Οι επιπτώσεις της βίας στη συμπεριφορά των παιδιών ενδέχεται να συμπεριλαμβάνουν: επιθετική συμπεριφορά ή υπερβολική αναστολή, ανυπακοή, σχολική φοβία, χαμηλές σχολικές επιδόσεις, έλλειψη επαρκούς αυτοεκτίμησης, ψυχοσωματικά συμπτώματα (πονοκεφάλους, σπαστικές κολίτιδες κ.λπ.), δειλία και κοινωνική απομόνωση. Στην περίπτωση των εφήβων οι επιπτώσεις ενδέχεται να συμπεριλαμβάνουν: επιθετική συμπεριφορά, φυγή από το σπίτι, εκφοβισμό άλλων συμμαθητών (bullying), άσκηση σωματικής και λεκτικής βίας, χρήση ουσιών (ναρκωτικά, αλκοόλ), σχολικές απουσίες, μαθησιακές δυσκολίες και νευρωτικές συμπεριφορές (ονυχοφαγία, τριχοτιλλομανία κ.λπ.).

Τα παραπάνω έχουν ως συνέπεια τη συνέχιση του φαύλου κύκλου της κακοποίησης με τους ρόλους συχνά να εναλλάσσονται. Η τάση για επανάληψη θεωρείται από κάποιους τρόπος για να νιώσουν οικεία και να θρέψουν τα συναισθήματα που τους δυσκολεύουν και από κάποιους άλλους προσπάθεια για επανόρθωση.

Λύσεις
 

Η βία είναι τις περισσότερες φορές καθηλωτική, μην επιτρέποντας στα άτομα που την υφίστανται να εντοπίσουν και να εφαρμόσουν κατάλληλους τρόπους επίλυσης. Για τον λόγο αυτό είναι βασικό πάνω από όλα να ακουστούν με προσοχή και κυρίως χωρίς επικριτική διάθεση για να βοηθηθούν στη συνειδητοποίηση των συμβάντων και στη συνέχεια να ενημερωθούν για τις επιλογές και τα δικαιώματα τους.

Το πρόβλημα είναι βαθύ και στις περισσότερες περιπτώσεις απαιτείται η παρέμβαση ειδικού για να νιώσει το άτομο ότι δύναται να εμπεριέχει τα έντονα απορρέοντα συναισθήματα. Στη χώρα μας λειτουργούν οργανισμοί που άπτονται θεμάτων κακοποίησης. Για παράδειγμα, το Ελληνικό Δίκτυο Γυναικών Ευρώπης, πλαισιωμένο αποκλειστικά από εθελοντές, παρέχει δωρεάν, μεταξύ άλλων, την τηλεφωνική συμβουλευτική Γραμμή SOS «Δίπλα Σου» (τηλ. 2109700814). Η γραμμή λειτουργεί με εχεμύθεια, ευαισθησία και χωρίς εθνικές διακρίσεις, προσπαθώντας μάλιστα να καλύψουν τις ανάγκες ατόμων που δεν γνωρίζουν την ελληνική γλώσσα. Σε αυτήν παρέχονται και πληροφορίες για ψυχολογική και νομική στήριξη, νοσοκομειακή περίθαλψη και για άλλες υπηρεσίες που μπορούν να ωφελήσουν άτομα που έχουν υποστεί βία. Από τη στιγμή που το άτομο που βίωσε την κακοποίηση απευθυνθεί σε έναν τέτοιο οργανισμό είναι ήδη αποφασισμένο να συνεχίσει τη διαδικασία της ανατροπής της ‘ταύτισης με τον επιτιθέμενο’7

Υπό την αιγίδα του παραπάνω Δικτύου λειτουργεί και μια εβδομαδιαία, ολιγομελής συμβουλευτική ομάδα, η οποία συντονίζεται από τις συγγραφείς του άρθρου, οι οποίες συνεργάζονται με το Δίκτυο. Σκοπός της παρέμβασης είναι να αποφορτιστεί η ένταση των ατόμων που έχουν βιώσει οποιοδήποτε είδος κακοποίησης, μέσω της σταδιακής ψυχικής αποστασιοποίησης από το τραυματικό γεγονός8. Τα μέλη της ομάδας επιθυμούν να μειωθεί η εσωτερική μοναξιά μέσα από τη συναισθηματική αλληλεπίδραση καθώς και να διερευνηθούν αποτελεσματικότεροι τρόποι αντιμετώπισης των ψυχικών τραυμάτων και των ανώφελων μοτίβων συμπεριφοράς.

Είναι ουσιώδες να παραπεμφθεί ο αποδέκτης της βίας για ψυχολογική υποστήριξη. Η ψυχοθεραπεία είναι πολύ σημαντική, ειδικά σε τέτοιες περιπτώσεις, διότι στα άτομα που βίωσαν κακοποίηση είθισται να εντοπίζεται έλλειψη αυτοπεποίθησης καθώς και υποστήριξης από το περιβάλλον τους. Η θεραπευτική σχέση μπορεί να λειτουργήσει επανορθωτικά όσον αφορά την αυτοεκτίμηση του ατόμου και τη σχέση του με τους άλλους. Μέσω της επανάληψης της εμπειρίας επιδιώκεται η μετακίνηση ενός παρόντος καθηλωμένου στο παρελθόν προς ένα εφικτό μέλλον γεμάτο πιθανότητες9

Περισσότερη πληροφόρηση και ευαισθητοποίηση απέναντι σε σχετικά ζητήματα απαιτείται τουλάχιστον σε εκπαιδευτικούς, ιατρούς και γενικότερα επαγγελματίες  που ενδέχεται να έρθουν σε επαφή με άτομα εμπλεκόμενα σε καταστάσεις κακοποίησης. Ο καθένας μπορεί να βοηθήσει στην καταπολέμηση της βίας αν απλά δεν την αγνοήσει και τη γνωστοποιήσει σε κάποιον αρμόδιο φορέα ή ειδικό.

 

Παραπομπές

 

  1. Σουλή, Σ. Ι., 2010, Αθέατη βία, Εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα.
  2. Σουλή, Σ. Ι., 2010, Αθέατη βία, Εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα.
  3. Κοκκινάκη, Φ., 2006, Κοινωνική Ψυχολογία, Εισαγωγή στη Μελέτη της Κοινωνικής Συμπεριφοράς, Εκδόσεις Τυπωθήτω- Γιώργος Δαρδάνος, Αθήνα.
  4. Ferenczi, S., 1932, The Clinical Diary of Sandor Ferenczi, J. Duport (Ed.), Cambridge, MA & London, England, Harvard University Press, 1988.
  5. Κοκκινάκη, Φ., 2006, Κοινωνική Ψυχολογία, Εισαγωγή στη Μελέτη της Κοινωνικής Συμπεριφοράς, Εκδόσεις Τυπωθήτω- Γιώργος Δαρδάνος, Αθήνα. 
  6. Γεώργας, Δ., 1995, Κοινωνική Ψυχολογία, Στάσεις, αντίληψη του προσώπου, στερεότυπα, επιθετικότητα, δυαδικές σχέσεις και επικοινωνία, Τόμος Α΄, Αθήνα. 
  7. Tarantelli, C. B., 2012, The Fear of Turning into Dust: Notes on a Group for Sexually Abused Women, The American Journal of Psychoanalysis, 72, 52-63.
  8. Tarantelli, C. B., 2012, The Fear of Turning into Dust: Notes on a Group for Sexually Abused Women, The American Journal of Psychoanalysis, 72, 52-63.
  9. Birksted-Breen, D., 2009, ‘Reverberation Time’, Dreaming and the Capacity to Dream, International Journal of Psychoanalysis, 90, 35-51. 
Bibliography: 

Birksted-Breen, D., 2009, ‘Reverberation Time’, Dreaming and the Capacity to Dream, International Journal of Psychoanalysis, 90, 35-51.

Ferenczi, S., 1932, The Clinical Diary of Sandor Ferenczi. J. Duport (Ed.), Cambridge, MA & London, England, Harvard University Press, 1988.

Tarantelli, C. B., 2012, The Fear of Turning into Dust: Notes on a Group for Sexually Abused Women, The American Journal of Psychoanalysis, 72, 52-63.

Γεώργας, Δ., 1995, Κοινωνική Ψυχολογία, Στάσεις, αντίληψη του προσώπου, στερεότυπα, επιθετικότητα, δυαδικές σχέσεις και επικοινωνία, Τόμος Α΄, Αθήνα.

Δίκτυο Γυναικών Ευρώπης, 2011, Ημερολόγιο Αλληλεγγύης, The Writing Fields,  Γ.& Δ. Χασαπάκη Ο.Ε, Αθήνα.

Κοκκινάκη, Φ., 2006, Κοινωνική Ψυχολογία, Εισαγωγή στη Μελέτη της Κοινωνικής Συμπεριφοράς, Εκδόσεις Τυπωθήτω- Γιώργος Δαρδάνος, Αθήνα.

Σουλή, Σ. Ι., 2010, Αθέατη βία, Εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα.

Tags: