autism

Ο αυτισμός, που εμφανίζεται νωρίς στη ζωή του παιδιού, περιλαμβάνει ένα σύνολο συμπεριφορών που σχετίζονται με την άρνηση του παιδιού για επικοινωνία: το παιδί φαίνεται ανίκανο να χρησιμοποιήσει την γλώσσα, αλλά και να συναναστραφεί άλλα άτομα του κοντινού περιβάλλοντός του με τον τυπικό τρόπο που αναμένουν οι γονείς από τα παιδιά τους.

Αν και υπάρχουν διάφορες βαθμίδες αυτισμού, από ελαφριά έως και πολύ βαριά αυτιστική διαταραχή, το κεντρικό γνώρισμα που διακρίνει τα αυτιστικά παιδιά είναι η αδυναμία τους να μιλήσουν μέσω της γλώσσας και η τάση τους για επιθυμία απομόνωσης. Ακόμα και όταν υπάρχει λόγος είναι συνήθως στερεοτυπικός και ηχολαλικός, δηλ. το παιδί επαναλαμβάνει στερεότυπα φράσεις χωρίς αυτές να σηματοδοτούν κάτι, έτσι δεν αναγνωρίζεται ως λόγος με σκοπό την επικοινωνία.

Επιπλέον, η χρήση των αντωνυμιών είναι εξαιρετικά δύσκολη για το αυτιστικό παιδί, το οποίο δεν μπορεί να αναγνωρίσει το «εγώ» στο πρόσωπό του και μιλά συνήθως στο β΄ ή γ΄ ενικό. Λέει για παράδειγμα «ο Χρήστος θα κοιμηθεί» ή «θα κοιμηθείς». Κατά μία γενικότερη έννοια η επικοινωνία του αυτιστικού παιδιού με το περιβάλλον του πλήγεται και από την αδυναμία του να δεχτεί και μη-λεκτική επικοινωνία: έτσι, βλέπουμε ότι το παιδί με αυτισμό δεν δέχεται την αγκαλιά ή το χάδι, αρνείται δηλ. τη σωματική επαφή, και ακόμη περισσότερο την βλεμματική επαφή.

Χαρακτηριστικό είναι ότι το ενδιαφέρον του ελκύουν τα αντικείμενα και όχι οι άνθρωποι, γι’ αυτό και το αυτιστικό παιδί μπορεί να μην αντιδράσει καθόλου στην παρουσία ενός ξένου στο δωμάτιο αλλά να απασχολείται ώρες ατελείωτες με ένα αγαπημένο του αντικείμενο.

Η σχέση του αυτιστικού παιδιού μπορεί να είναι ανύπαρκτη με τα στενά πρόσωπα του οικογενειακού περιβάλλοντος, όμως ταυτόχρονα βλέπουμε μία έντονη τάση για ασχολία με το σώμα του και τα αντικείμενα: έτσι, το παιδί μπορεί να ταλαντεύεται μπρος-πίσω ή να στριφογυρίζει αντικείμενα στα χέρια του. Χαρακτηριστική είναι επίσης η έντονη αντίδρασή του, η οποία πολλές φορές φτάνει ως την υπερδιέγερση και τις εκρήξεις θυμού, όταν παρουσιαστούν αλλαγές στο καθημερινό του πρόγραμμα ή στον χώρο του. Σε κάθε περίπτωση, φαίνεται να ενοχλείται σημαντικά από την όποια διαφοροποίηση στο περιβάλλον του.
Παράλληλα, παρουσιάζει αυξημένη ευαισθησία στις αισθήσεις: το παιδί με αυτισμό έχει αυξημένη την αίσθηση της ακοής σε μεγάλο βαθμό, γι’ αυτό και φαίνεται να «ξεκουφαίνεται» από έναν καινούργιο ήχο, ενώ και η αίσθηση της γεύσης είναι ιδιαίτερα οξυμένη, γι’ αυτό και παρουσιάζει ιδιαιτερότητες στην προτίμηση του φαγητού, ειδικά σε πολύ αλμυρά, γλυκά ή ξινά φαγητά.

Επιπλέον, από την παρατήρηση της συμπεριφοράς των αυτιστικών παιδιών, φαίνεται η τάση τους να «σκέφτονται» με εικόνες, δηλ. να έχει πολύ μεγάλη σημασία γι’ αυτά τα παιδιά το πώς είναι τοποθετημένα όλα στον χώρο: τείνουν να τοποθετούν αντικείμενα με συγκεκριμένη σειρά, να μετακινούν έπιπλα και να διαμορφώνουν τον χώρο όπως αυτά επιθυμούν ώστε να τους είναι «οπτικά ανεκτός».

Όλα τα παραπάνω γνωρίσματα που διακρίνουν το αυτιστικό παιδί μοιάζουν ακατανόητα για τον γονέα ή τον δάσκαλο του παιδιού, ακόμα και για τους ειδικούς πολλές φορές, που προσπαθούν να βρουν το νόημα πίσω από αυτή τη συμπεριφορά του παιδιού, το οποίο τις περισσότερες φορές εμμένει στις απαιτήσεις του και εκφράζει έντονα τον θυμό του αν δεν ικανοποιηθούν.

Η καθημερινότητα με ένα αυτιστικό παιδί είναι πολλές φορές αφόρητη για τον ενήλικο που έχει αναλάβει τη φροντίδα του και εξαντλεί τις αντοχές του, αν δεν μπορέσει να συνεργαστεί με κάποιον ειδικό για να τα βγάλει πέρα στη δύσκολη διαδικασία της ανατροφής ενός παιδιού με τόσες ιδιαιτερότητες.

Τονίζεται ότι έως τώρα, δεν έχει ακόμη βρεθεί κάποια επαρκής εξήγηση ως προς την αιτιολογία του αυτισμού παρόλο που τα τελευταία χρόνια γίνονται όλο και περισσότερες έρευνες για να καταλήξουν σε κάποια ασφαλή συμπεράσματα ως προς την αιτιολογία.

Οι γεννήσεις των αυτιστικών ατόμων αυξάνονται διαρκώς, παρόλ’ αυτά, κανείς δεν μπορεί να προσδιορίσει τι προκαλεί τον αυτισμό και πώς μπορεί κανείς να προστατεύσει το παιδί του από το σύνδρομο αυτό. Έχουν προταθεί ποικίλες θεωρίες, από τις καθαρά βιολογικές μέχρι τις ψυχολογικές, οι οποίες άλλοτε ρίχνουν το βάρος στον βιολογικό τομέα και άλλοτε στον περιβαλλοντικό, ενώ πολλοί καταλήγουν ότι πιθανόν είναι ο συνδυασμός των δύο, χωρίς και πάλι να γίνεται σαφές πώς αυτά αλληλεπιδρούν.

Έτσι, γεγονός παραμένει ότι τόσο προβληματικές μορφές συμπεριφοράς όπως αυτές του αυτιστικού συνδρόμου, δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν χωρίς την παρέμβαση ειδικών, με μόνη συμβολή αυτή του δασκάλου ή του γονέα. Τα προβλήματα αυτά απαιτούν τις παρεμβάσεις παιδοψυχιάτρων, παιδοψυχολόγων και ειδικών παιδαγωγών, εκπαιδευμένων για την τόσο εξειδικευμένη περίπτωση του αυτιστικού παιδιού. Η ψυχοθεραπεία ως μέθοδος αντιμετώπισης και παρέμβασης γίνεται είτε ατομικά είτε ομαδικά και δεν περιορίζεται μόνο στη διαδικασία της παραδοσιακής ψυχοθεραπείας, αλλά μπορεί να πάρει και άλλες μορφές, που θεωρούνται πιο κατάλληλες για τα αυτιστικά παιδιά, όπως η εργασιοθεραπεία, το ψυχόδραμα μέσω της υπόδυσης ρόλων και η παιγνιοθεραπεία.

Μία ακόμα σημαντική πλευρά της παρέμβασης στα αυτιστικά παιδιά είναι και η συμμετοχή και συμβουλευτική της οικογένειας και των γονέων τους. Οι γονείς χρειάζονται βοήθεια για να ξεπεράσουν τα αισθήματα ενοχής τους επειδή γέννησαν ένα δυσλειτουργικό παιδί. Θα περάσουν από διάφορα στάδια ώσπου να αποδεχτούν τη σοβαρότητα της κατάστασης του παιδιού τους.

Εκτός από τους άμεσους και πιο κοντινούς συγγενείς, είναι σημαντικό να έχει ενημερωθεί το γενικότερο εκτεταμένο οικογενειακό περιβάλλον για να στηρίξει την οικογένεια που έχει το αυτιστικό παιδί, γιατί συνήθως η ύπαρξη γιαγιάδων, παππούδων και άλλων συγγενικών ατόμων επιδεινώνει το πρόβλημα που ήδη είναι μεγάλο για την οικογένεια με αυτιστικό παιδί.

Το πιο σημαντικό από όλα είναι το ότι οι γονείς καλούνται να παίξουν τον ρόλο του θεραπευτή στο σπίτι, αφού στόχος είναι η γενίκευση της επιθυμητής συμπεριφοράς του παιδιού σε διάφορα περιβάλλοντα και κάτω από διαφορετικές συνθήκες: έχει αποδειχτεί πειραματικά ότι χωρίς τη γονεϊκή προσπάθεια και ενεργό συμμετοχή της οικογένειας οι πρόοδοι της θεραπείας δεν είναι εμφανείς στο σπίτι.

Έχει βρεθεί επίσης ότι η μεγάλη πίεση που ασκείται στις μητέρες για την κάλυψη αυτού του διπλού ρόλου, της μητέρας και του θεραπευτή, μπορεί να προκαλέσει στις ίδιες προβλήματα, όπως κατάθλιψη, η οποία όμως είναι αντιδραστική και στρέφεται προς τον εαυτό τους. Γι’ αυτό και είναι απαραίτητη η συμβουλευτική των γονέων, αλλά και των αδελφών των αυτιστικών παιδιών.

Ακόμα, η συμβουλευτική της οικογένειας είναι σημαντική και γιατί έτσι μπορούν να βοηθηθούν οι γονείς του αυτιστικού παιδιού να επιλύσουν κατ’αρχήν τα δικά τους διαπροσωπικά προβλήματα ώστε να μπορούν στη συνέχεια να συνειδητοποιήσουν την αναγκαιότητα και τη λειτουργικότητα του ψυχοπαιδαγωγικού τους ρόλου μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον.

Τέλος, τονίζεται ότι αν και η πρόγνωση του αυτισμού διαφέρει για το κάθε παιδί, γεγονός είναι ότι όσο νωρίτερα γίνει η διάγνωση του αυτισμού τόσο καλύτερα αποτελέσματα μπορεί να έχει η θεραπευτική παρέμβαση και να βελτιώσει σημαντικά την λειτουργικότητα του παιδιού.

Αρθρογράφος

Ψυχολόγος - Σύμβουλος - Ψυχοθεραπευτής